1948 norman

1948

Το πρώτο barcode εφευρέθηκε το 1948 από δύο φοιτητές του Πανεπιστημίου Drexel τους Norman J Woodland και Bernard Silver. Στόχος τους ήταν να αντιμετωπιστούν δύο από τα πιο βασικά προβλήματα των supermarket: η διαχείριση των αποθεμάτων και η μείωση του χρόνου αναμονής των πελατών στα ταμεία του καταστήματος.

Η ιδέα ήρθε στον Woodland μία μέρα καθώς σχεδίαζε γραμμές με τα δάχτυλα του στην παραλία και βασιζόμενος στις γνώσεις κώδικα Mors που είχε. Σκέφτηκε τότε, ότι θα μπορούσε να αντικαταστήσει τις τελείες και τις γραμμές του κώδικα Mors με χοντρές και λεπτές γραμμές, δημιουργώντας έτσι έναν μοναδικό κωδικό για κάθε προϊόν.

1952

Για το σχέδιο αυτό, που ήταν στρογγυλό, o Woodland και ο Silver κατέθεσαν αίτηση και έλαβαν δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 1952. Αν και το δίπλωμα επεξηγεί τη βασική ιδέα, υπάρχουν ελάχιστα πραγματικά στοιχεία σχετικά με το τι σχεδίασαν. Ένα ακατέργαστο πρωτότυπο στο σπίτι του Woodland χρησιμοποιούσε έναν ισχυρό λαμπτήρα πυρακτώσεως 500 Watt και ένα παλμογράφο προκειμένου να διαβαστεί ο κώδικας. Το μέγεθος των εργαλείων αυτών ήταν περίπου αντίστοιχο με αυτό ενός γραφείου! Παρόλο που το σχέδιό τους λειτούργησε στο εργαστήριο, οι περιορισμοί της τεχνολογίας εκείνης της εποχής, καθιστούσαν ανέφικτη την ευρεία εφαρμογή του συστήματος.

1966

Από τις πρώτες εταιρείες που διατύπωσαν την ιδέα ότι ένα σκάνερ θα μπορούσε να «διαβάσει» κωδικούς κάνοντας τις αγορές πιο γρήγορες, ήταν η Kroger, στην οποία άνηκε μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες supermarket στη Βόρεια Αμερική. H Kroger το 1966 απηύθυνε έκκληση αναζητώντας συνεργάτη που θα είχε την απαραίτητη τεχνογνωσία, προκειμένου να αναπτύξει ένα τέτοιο σύστημα.

Μια ομάδα της Radio Corporation of America (RCA), ανέλαβε την εύρεση λύσης φέρνοντας και πάλι στο προσκήνιο το σχέδιο των Woodland και Silver, αφού πλέον η ανάπτυξη της τεχνολογίας του λέιζερ καθιστούσε πιο πιθανή την αξιοποίηση του σχεδίου. Η εκτύπωση του κυκλικού barcode αποδείχτηκε μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες, επειδή τυχόν ατέλειες στην εκτύπωση καθιστούσαν ολόκληρο το barcode μη λειτουργικό.

1972

Παρά τις δυσκολίες που παρουσίαζε, στις 3 Ιουλίου 1972 εγκαταστάθηκε η απαραίτητη υποδομή για την αυτόματη ανάγνωση barcode σε ένα κατάστημα Kroger. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το σύστημα επηρέαζε θετικά τον όγκο των πωλήσεων. Αυτό όμως, ήταν μόλις ένα κατάστημα σε μία αλυσίδα που δραστηριοποιούταν στις ΗΠΑ. Θα έπρεπε να δοθεί μία παγκόσμια λύση, προκειμένου τα barcode να έφερναν την επανάσταση μειώνοντας τον χρόνο στα ταμεία.

1974

Με αυτό το σκεπτικό, το Σεπτέμβριο του 1974, συστάθηκε επιτροπή με το όνομα UPCC (Uniform Product Code Council) προκειμένου να εξετάσει συστήματα που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την μοναδική αναγνώριση προϊόντων με την χρήση κωδικών. Οι κωδικοί αυτοί θα έπρεπε να φέρουν κάποιες βασικές πληροφορίες σχετικά με τη φύση του προϊόντος και την εταιρεία που το κατασκεύασε. Οι υπολογιστές των καταστημάτων στη συνέχεια, θα «διάβαζαν» αυτές τις πληροφορίες με σκάνερ και θα παρουσίαζαν τις δικές τους παραλλαγές, οι οποίες ενδέχεται να περιλάμβαναν ειδικές προσφορές και εκπτώσεις. Η προσπάθεια συνάντησε αρκετές αντιστάσεις, καθώς οι κατασκευαστές είχαν υφιστάμενες μεθόδους αναγνώρισης προϊόντων που δεν ήθελαν να αντικαταστήσουν,ενώ οι κατασκευαστές συσκευασιών ανησυχούσαν ότι ένας τυπωμένος κωδικός μπορεί να χαλούσε το προϊόν τους. Χρειάστηκαν περίπου τέσσερα χρόνια προκειμένου να καταλήξουν σε μία λύση που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε ολόκληρη την βιομηχανία.

Παρά το γεγονός ότι 7 ακόμη επιχειρήσεις υπέβαλαν προτάσεις στην επιτροπή, μία εκ των οποίων και η RCA που ήδη διέθετε την απαραίτητη τεχνολογία, τελικά η UPCC ανέθεσε στην IBM το έργο. Εκείνη την περίοδο εργαζόταν στην εταιρεία ο Woodland, ο οποίος συμμετείχε στον σχεδιασμό, μη έχοντας όμως ηγετική θέση σε αυτό. Τον ηγετικό ρόλο είχε ο George Laurer, μηχανικός στην IBM. Οι τεχνικές προδιαγραφές που ορίστηκαν από την UPCC ήταν πως το barcode θα έπρεπε να έχει μικρές διαστάσεις και να μπορεί να εκτυπωθεί με την υπάρχουσα τεχνολογία που χρησιμοποιούταν για τις τυπικές ετικέτες. Παράλληλα, θα έπρεπε να μπορεί να διαβαστεί γρήγορα από οποιαδήποτε κατεύθυνση. Ο Laurer, προσπαθώντας να βρει μια λύση που θα συνδυάζει τις προδιαγραφές αυτές αλλά και θα ξεπερνάει το πρόβλημα που δημιουργούταν συχνά κατά την εκτύπωση καθώς το κυκλικό σχέδιο μουτζουρωνόταν όταν το χαρτί περνούσε από τον εκτυπωτή, αντικατέστησε το κυκλικό barcode με ορθογώνιο, φέρνοντάς το στην μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

Στις 26 Ιουνίου 1974, το πρώτο είδος που είχε πάνω του τον Universal Product Code (UPC), ένα πακέτο τσίχλες Wrigley’s, σαρώθηκε σε ένα ταμείο του Troy's Marsh supermarket στο Οχάιο των ΗΠΑ.

1977

Αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη από το 1977 δραστηριοποιούταν στην Ευρώπη ο EAN (European Article Numbering Association) με έδρα τις Βρυξέλλες προκειμένου να αναπτυχθεί ένα barcode συμβατό με τον UPC για την ευρωπαϊκή αγορά, οπότε και εγκαινιάζεται το 13ο ψηφίο στον αρχικό γραμμωτό κώδικα, επιτρέποντας στο σύστημα αναγνώρισης να αποκτήσει παγκόσμια εμβέλεια.

1984

Στην δεκαετία του 1980 εξαπλώθηκε η χρήση των barcodes τα οποία ξεκίνησαν να εμφανίζονται σε συσκευασίες εκτός των supermarket, σε κουπόνια, μονάδες logistics ακόμα και στην υγεία. 

Τον Νοέμβριο του 1984, ο UPCC μετονομάστηκε σε UCC (Uniform Code Council).

2005

Το 2005, οι οργανισμοί UCC και EAN συνεργάζονται κι έτσι δημιουργείται ένα πραγματικά μοναδικός διεθνής οργανσιμός, κάτω από το όνομα GS1, από τα αρχικά των Global Standard One.

2021

Το 2021 αποτελεί χρονιά ορόσημο για το GTIN, τον κωδικό πίσω από το barcode, που μετρά 50 χρόνια από τη δημιουργία του και αποτελεί το σημαντικότερο πρότυπο στην ιστορία της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Σήμερα...

  • 2 εκατομμύρια επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το σύστημα GS1

  • 100 εκατομμύρια προϊόντα φέρουν barcodes

  • 6 δισεκατομμύρια GS1 barcodes σκανάρονται καθημερινά σε όλο τον κόσμο

 

Η ιστορία, επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό του barcode από το BBC ως ένα από τα “50 πράγματα που στήριξαν την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας”.